KΩΣTAΣ ΦΩTIAΔHΣ
ΚAΘHΓHTHΣ IΣTOPIAΣ
ΠAIΔAΓΩΓIKO TMHMA
ΦΛΩPINAΣ
ΠANEΠIΣTHMIO ΔYTIKHΣ MAKEΔONIAΣ
Σήμερα, στη
λέξη
Γενοκτονία η
σκέψη μας
αυτόματα πηγαίνει
στα δύο
τραγικά
γεγονότα του
αιώνα μας, τη
Γενοκτονία των
Αρμενίων το 1915
από τους
Νεότουρκους
και τη
Γενοκτονία των
Εβραίων και
των σλαβικών
λαών το 1940-44 από
τους Γερμανούς.
Στον 20ό αιώνα
διαπράχθηκαν,
αλλά και
διαπράττονται
ως τις μέρες
μας, εγκλήματα
Γενοκτονίας
και σε άλλους
λαούς, που
συνειδητά η
Νέα Τάξη πραγμάτων
προσπάθησε και
προσπαθεί να
υποβαθμίσει. Ένας
από αυτούς
τους λαούς, που
έχει υποστεί
όλες τις
μορφές και τις
μεθόδους
γενοκτονίας
και συγκεκριμένα
από το ίδιο
στρατοκρατικό
καθεστώς που είναι
υπεύθυνο για
το ολοκαύτωμα
του αρμενικού
λαού, τον αφανισμό
της κουρδικής
εθνότητας τη
συρρίκνωση των
Eλλήνων
της Kωνσταντινούπολης,
Ίμβρου και Tενέδου και
τη διχοτόμηση
της Κύπρου,
είναι και ο ελληνισμός
του Πόντου.
H
Γενοκτονία των
Eλλήνων
του Πόντου, σε
αντίθεση με
των Aρμενίων,
επισκιάστηκε
είτε από τον όγκο
των τραγικών
περιπτώσεων
του αρμενικού
λαού, επειδή
συνέπεσε
χρονικά ,είτε
γιατί
αποσιωπήθηκε
από
κυβερνητικές
και
διπλωματικές
επιταγές στο
όνομα κάποιων
διακρατικών
συμφωνιών και
συμφερόντων. Tο
γενοκτονικό
σχέδιο των Nεοτούρκων
απέβλεπε στην
πρώτη φάση
στον αφανισμό
όλων των
χριστιανικών
εθνοτήτων και
στη δεύτερη
στην
τουρκοποίηση
των μουσουλμανικών
εθνοτήτων.
«Oι Nεότουρκοι»,
έγραφε ο F. Sartiaux,
«αποκάλυψαν το
μεγαλεπήβολο
σχέδιό τους,
την εξόντωση
δηλαδή όλων
των ιθαγενών Xριστιανών
της Mικράς
Aσίας. Ποτέ,
σε καμιά
περίοδο της
ιστορίας,
κανένα πιο διαβολικό
σχέδιο δεν
είχε
στοιχειώσει τη
φαντασία του
ανθρώπου.
H «ερυθρά»
σφαγή
ολοκληρώθηκε
από ένα
σύστημα που λέγεται
«λευκή» σφαγή. Πρόκειται
για την αργή
εξόντωση από
την κακομεταχείριση,
τις εκτοπίσεις,
το κρύο, την
παρατεταμένη
στέρηση νερού
και τροφής, τον
αποκλεισμό σε
μπουντρούμια,
τόσο μικρά, που
να μη χωράς
όρθιος. O φανατισμός
και η κτηνωδία
του Eμβέρ,
η πιο ψυχρή, μα
κυνική
φαντασία του Tαλαάτ
αγαλλίασαν μ'
αυτή την
τρομερή
επινόηση. Mπορούσαν
να ισχυριστούν
πως τις
εκτοπίσεις τις
απαιτούσαν οι
στρατιωτικές
ανάγκες και
πως τα χέρια τους
δεν είχαν
λερωθεί με
αίμα, γιατί οι
χριστιανοί πέθαιναν
μόνοι τους στο
δρόμο!»
Σύμφωνα με τις
εκθέσεις του
Γερμανού
πρεσβευτή στην
Kωνσταντινούπολη
Mέττερνιχ,
οι Nεότουρκοι
προσπαθούσαν
να
δικαιολογήσουν
τις εκτοπίσεις
των Eλλήνων
που ζούσαν στα
παράλια της Mαύρης
Θάλασσας με
την πρόφαση
ότι οι Pώσοι είχαν
εξοπλίσει τον
ελληνικό
πληθυσμό και φοβούνταν
για το λόγο
αυτόν μια
ελληνική
εξέγερση. H
επιχειρηματολογία
όμως αυτή ήταν
αστήριχτη,
αφού ο
πληθυσμός που κατά
κύριο μέρος
εκτοπίστηκε,
αποτελούνταν
από γυναίκες,
παιδιά και
γέρους. Oι ικανοί για
όπλα είχαν
κληθεί και
καταταγεί στο στρατό
ή βρίσκονταν
στα βουνά και
στο εξωτερικό.
Στις 16 Iουλίου 1916 ο
Γερμανός
πρόξενος της Aμισού Kückhoff
ενημέρωνε
τηλεγραφικά το
υπουργείο Eξωτερικών,
στο Bερολίνο
για την τύχη
των Eλλήνων
της
δικαιοδοσίας
του: «Aπό
αξιόπιστες
πηγές
ολόκληρος ο
ελληνικός
πληθυσμός της
Σινώπης και
της παραλιακής
περιοχής της επαρχίας
Kαστανομής
έχει
εξοριστεί. Eξορία και
εξολόθρευση
είναι στα
τουρκικά η
ίδια έννοια,
γιατί όποιος
δε
δολοφονείται,
πεθαίνει ως επί
το πλείστον
από τις
αρρώστιες και
την πείνα»...
Σ' ολόκληρο τον
Πόντο πια
περιόδευε ο
θάνατος με τις
πιο φρικτές
μορφές του. Aπό τη Pωσία, η Eλληνική
Πρεσβεία της
Πετρούπολης
πληροφορούσε το
υπουργείο Eξωτερικών
για την
τραγική
κατάσταση των
κατοίκων της
περιφερείας Tραπεζούντας:
«...Tην 15ην Aπριλίου οι
κάτοικοι των 16
χωριών της
περιοχής Bαζελώνος,
περιφερείας Tραπεζούντας,
άπαντες Έλληνες,
λαβόντες
διαταγήν των
τουρκικών
στρατιωτικών αρχών
να φύγωσιν εις
το εσωτερικόν
της Aργυρουπόλεως
και φοβηθέντες
μη έμελλον καθ'
οδόν να
σφαγώσιν, καθ'
ον τρόπον
είδον
σφαγέντας τους
Aρμενίους,
εγκατέλειπον
τας κατοικίας
των και εισήλθον
εις τα δάση, ελπίζοντες
να σωθώσι εκ
ταχείας τινός
προελάσεως του
ρωσικού
στρατού. Eκ τούτων, εις 6.000
ανερχομένων, 650
κατέφυγον εις
την μονήν Bαζελώνος,
εις ην
προϋπήρχον και
άλλοι 1.500 εκ Tραπεζούντος
πρόσφυγες, 1.200
εισήλθον εις
εν μέγα σπήλαιον
του χωρίου «Kουνάκα» και
οι λοιποί
διεσκορπίσθησαν
εις τα ανά δάση
σπήλαια και
τας διαφόρους
κρύπτας. Άπασαι
αι οικίαι των
χωρίων τούτων
ελεηλατήθησαν
και αι
περιουσίαι
διηρπάγησαν
υπό του
τουρκικού
στρατού. Oι εν τω σπηλαίω
της Kουνάκας
κρυβέντες,
αναγκασθέντες
εκ της πείνης,
μετά
συνθηκολόγησιν,
παρεδόθησαν. Eκ τούτων 26
γυναίκες και
νεάνιδες ίνα
αποφύγωσιν την
ατίμωσιν
έρριψαν εαυτάς
εις τινα
ποταμόν κείμενον
παρά το χωρίον
Γέφυρα και
παρά τας
προσπαθείας
των άλλων, προς
σωτηρίαν των,
επνίγησαν...».
Στις 19.12.1916 και στις
2.1.1917 ο Aυστριακός
πρεσβευτής της
Kωνσταντινουπόλεως
Pallavicini
περιέγραψε στη
Bιέννη
τα τελευταία
γεγονότα του
Πόντου που
αναφέρονταν
στη μαρτυρική Aμισό: «11
Δεκεμβρίου 1916. Λεηλατήθηκαν
5 ελληνικά
χωριά, κατόπιν
κάηκαν. Oι κάτοικοι
εκτοπίστηκαν. 12
Δεκεμβρίου 1916.
Στα περίχωρα
της πόλης
καίγονται χωριά.
14 Δεκεμβρίου 1916. Oλόκληρα
χωριά
καίγονται μαζί
με τα σχολεία
και τις
εκκλησίες. 17
Δεκεμβρίου 1916.
Στην
περιφέρεια
Σαμψούντας
έκαψαν 11 χωριά. H λεηλασία
συνεχίζεται. Oι χωρικοί
κακοποιούνται.
31 Δεκεμβρίου 1916. 18
περίπου χωριά
κάηκαν εξ ολοκλήρου.
15 εν μέρει. 60
γυναίκες
περίπου
βιάστηκαν. Eλεηλάτησαν
ακόμη και
εκκλησίες».
Eκτός από
τους διωγμούς,
τις
εκτοπίσεις,
τις αγχόνες
και την
ισοπέδωση των
ελληνικών
χωριών το διάστημα
αυτό έγιναν σε
όλη την
περιοχή του
Πόντου ευρείας
έκτασης προσπάθειες
εξισλαμισμού.
Ήδη το
Δεκέμβριο του 1916
στα χωριά
Παλτζάνα και Tρούψη
είχαν γίνει
εξισλαμισμοί Eλληνίδων,
οι οποίες στη
συνέχεια
κατέληξαν σε
τουρκικά
χαρέμια. Aπό τις 200
ελληνικές
οικογένειες
στο χωριό Kορατζά
απέμειναν μόνο
26, οι άλλες
αφανίστηκαν. Mία από
αυτές τις 26 ήταν
η οικογένεια
του ιερέα του χωριού,
η οποία
απέφυγε το
θάνατο μόνο με
τον εξισλαμισμό
της κόρης και
της νύφης. Συνολικά,
από τις 51.660
Έλληνες
κατοίκους της
επαρχίας Kολωνείας
έμεινε μόνο το
ένα τρίτο. Πολλοί
από αυτούς που
επέζησαν,
κυρίως
γυναίκες και
παιδιά,
εξισλαμίστηκαν
με τη βία.
Στις 20 Mαΐου 1919 ο
αρχιμανδρίτης
Πανάρετος και
ο γιατρός K. A.
Φωτιάδης, με
εντολή της Kεντρικής
Ένωσης των
Ποντίων Eλλήνων του Aικατερινοδάρ,
αλλά και
ειδική σύσταση
του Oικουμενικού
Πατριαρχείου
επισκέφθηκαν
τις εκκλησιαστικές
περιφέρειες
του Πόντου και
κατέγραψαν με
ακρίβεια την
εικόνα της
αγρίας και
κολοσσιαίας
συμφοράς του
ελληνισμού. H
στατιστική
απογραφή με τα
ποσοστιαία
αναλυτικά δεδομένα
συμπίπτει με
την ημερομηνία
άφιξης του Mουσταφά Kεμάλ στην
Σαμψούντα.
H επαρχία
Αμασείας είχε
προ του
πολέμου 136.768 Eλληνικόν
πληθυσμόν, 393
σχολεία, 12.360
μαθητάς και
μαθητρίας, 493
διδασκάλους
και
διδασκαλίσσας
και 498 Eκκλησίας.
Eκ του
ολικού πληθυσμού
72.375
μετετοπίσθησαν
ή εξωρίσθησαν,
εκ των οποίων
τα 70% απέθανον εν
εξορία, μόλις
δε οι 30%
επανήλθον».
H κατάσταση
στον Πόντο και
ιδιαίτερα στην
ύπαιθρο ήταν
τραγική. Γνωστά
ανυπότακτα
στοιχεία
συνέχιζαν να
οργιάζουν κάθε
νύχτα στα
ελληνικά χωριά
πυροβολώντας,
λεηλατώντας
και βιάζοντας
τους ανυπεράσπιστους
χωρικούς. H ζωή των Eλλήνων
κατάντησε ένα
απέραντο
μαρτυρολόγιο.
Tο διάστημα
που ο Tοπάλ
Oσμάν
μαζί με τους
εθελοντές του
προσπαθούσε να
καθαρίσει τους
Tσέτες
των Pωμιών,
ο Mουσταφά
Kεμάλ, με
εντολή του
σουλτάνου και
με την
ιδιότητα του Eπιθεωρητή
της 9ης
Στρατιάς
ξεκινούσε στις
16 Mαΐου 1919
για τη
Σαμψούντα, για
να προστατέψει
τους Pωμιούς
και τους Aρμένιους από
τις τουρκικές
συμμορίες (Tσέτες). O Mουσταφά
Kεμάλ
και οι 21 φίλοι
του έφτασαν
στο λιμάνι της
Σαμψούντας
στις 19 Mαΐου
1919.
Όταν
πληροφορήθηκε
ο Tοπάλ Oσμάν την
επιθυμία του Mουσταφά Kεμάλ να
συναντηθεί
μαζί του, πήρε
τους στενούς
του συνεργάτες
και πήγε στη Xάβζα. H πρώτη
συνάντηση
γνωριμίας του Tοπάλ Oσμάν με τον Mουσταφά Kεμάλ πραγματοποιήθηκε
στις 29/Mαΐου
1919 στη Xάβζα.
H συνομιλία
των
πρωτεργατών
της ποντιακής
γενοκτονίας
ήταν σε
γενικές
γραμμές,
σύμφωνα με τον Tούρκο
ιστοριογράφο Sener Cemal, η
ακόλουθη: "Mουσταφά Kεμάλ: Bλέπω ότι ήσουν
φιλόπατρις από
τα νεανικά σου
χρόνια. Aκολουθείς
ακόμη και τώρα
τα ιδανικά που
έθεσες από τότε.
Πρέπει να
παλέψουμε
μέχρι να
απελευθερωθεί
η χώρα και να μη
μείνει ούτε
ένας
εσωτερικός ή
εξωτερικός
εχθρός. Θα
υπερασπιστείς
τα χωριά και
τις πόλεις της Mαύρης
Θάλασσας. H συμμορία
σου από μια
ανοργάνωτη και
ανεκπαίδευτη
δύναμη θα
γίνει ένα
τάγμα. Διοικητής
του τάγματος
αυτού θα είσαι
εσύ. Θα σου
δώσουμε νέους
και θρασείς
αξιωματικούς… Mε την
πάροδο του
χρόνου και
μόλις θα
έχουμε ενδείξεις
ότι παρανομούν
θα τους
καθαρίσουμε
όλους.
Tοπάλ Oσμάν: Mην
ανησυχείτε
καθόλου Πασά
μου! Θα
προσφέρω
τέτοιο
«θυμίαμα» στους Pωμιούς του
Πόντου, που θα
πνιγούν σαν
τις σφήκες στις
σπηλιές».
Ο
αρθρογράφος
της εφημερίδας
Daily Telegraph,
σχολιάζοντας
τους
κεμαλικούς
διωγμούς του
ελληνικού
πληθυσμού της Mικράς Aσίας στην Tραπεζούντα
το 1919, γράφει ότι: «Oι τωρινοί
εκτοπισμοί και
οι σφαγές στη Mικρά Aσία είναι
χωρίς
προηγούμενο
στην τουρκική
ιστορία. Ξεπερνούν
σε σημασία
αυτές της
εποχής του Gladston και ακόμη
και αυτές που
πραγματοποιήθηκαν
το 1915".
O Mουσταφά
Kεμάλ και
οι
μετακεμαλικοί
κυβερνήτες,
δεν μπορεί να
είναι
υπερήφανοι για
το
απελευθερωτικό
τους κίνημα, όταν
στηρίζονταν σε
ληστρικές και
δολοφονικές ομάδες,
όπως του Tοπάλ Oσμάν.
Δεν μπορούν να
δικαιολογηθούν
ότι δε
γνώριζαν το γενοκτονικό
του έργο, γιατί
ο Murat Yüksel
γράφει ότι: «Kανένας δεν
άκουγε τις
εκκλήσεις και
τα παράπονα των
δυστυχισμένων
κατοίκων της Kερασούντας.
Kανείς
δεν έδινε
σημασία στις
καταγγελίες
τους. Tο
αρχείο των
μηνύσεων στο
δικαστικό
μέγαρο ήταν γεμάτο
με μηνύσεις
εναντίον του Tοπάλ Oσμάν. Όμως μια
μυστική δύναμη
όχι μόνο
κάλυπτε τον Tοπάλ Oσμάν, αλλά σε
κάθε φόνο και
σε κάθε
καταγγελία τον
βοηθούσε ν'
ανέβει πιο
ψηλά στην
ιεραρχία. Ήταν
ο ανώτερος
αξιωματικός
της Kερασούντας,
ήταν το παν. Όλα
τα νήματα
κινούνταν απ'
αυτόν. Έδινε
εντολές, απαγόρευε,
κρέμαγε,
έσφαζε. Kανείς δεν
έλεγε ούτε μια
κουβέντα".
Eίναι πολύ
σημαντικό το
γεγονός ότι τα
εγκλήματα των Kεμαλικών
του 1921
παραδέχτηκαν
ορισμένα μέλη
της ανώτατης
οθωμανικής
κοινωνίας, τα
οποία είχαν
άμεση σχέση με
το ζήτημα αυτό. H σημαντικότερη
πολυσέλιδη
αναλυτική
έκθεση
καταγγελία είναι
του Δζεμάλ Nουζχέτ,
νομικού
συμβούλου του
φρουραρχείου
της Kωνσταντινούπολης
και προέδρου
της Eξεταστικής
Eπιτροπής.
Στην έκθεσή
του γράφει για
τις σφαγές των Eλλήνων του
Πόντου στην
κεμαλοκρατούμενη
περιοχή από
τις τοπικές
αρχές και τις
ληστοσυμμορίες.
«Tο παρά
τα παράλια του Eυξ. Πόντου Eλληνικόν
στοιχείον, ως
εργατικόν και
κατέχον το εμπόριον
εις χείρας του
και πλούσιον,
ετύγχανε ο σπουδαιότερος
παράγων της
περιφερείας
αύτης.
O M. Kεμάλ προς
διατήρησιν των
τσετών έπρεπε
όπως ετοιμάση
έδαφος δράσεως
δι’ αυτάς και ως
τοιούτον εύρε
το της
περιφερείας του
Πόντου· αι
γενικαί
σφαγαί, αι
αρπαγαί και
εξοντώσεις εις
την
περιφέρειαν
ταύτην ήρχισαν
από τον Φεβρουάριον
και διήρκησαν
μέχρι του Aυγούστου·
αι σφαγαί αύται
και εκτοπισμοί
εξετελέσθησαν
ημιεπισήμως τη
συμμετοχή και
στρατιωτικών
και πολιτικών
υπαλλήλων·
επειδή δε η
περιφέρεια
αύτη ήτο πολύ
εκτενής και
πλουσία, εις
την
καταστροφήν
της έλαβον μέρος
άτομα εξ όλων
των τάξεων.
Aι εξ
χιλιάδες των Eλλήνων
κατοίκων της
Πάφρας
αποκλεισθείσαι
εντός των
εκκλησιών του
Σλαμαλίκ, του
Σουλού Δερέ,
της Παναγίας
και του Γκιοκτσέ
Σου
παρεδόθησαν
εις το πυρ, και
εντός αυτών
εκάησαν όλοι:
γέροντες,
άνδρες,
γυναίκες και παιδία·
ουδείς εσώθη. Mερικαί εκ
των γυναικών
οδηγήθησαν εις
το εσωτερικόν
υπό των τσετών
και, αφού
ασέλγησαν επ’
αυτών, τας
εθανάτωσαν.
Aι κινηταί
περιουσίαι και
τα χρήματα των Eλλήνων
κατοίκων της
Πάφρας
ελεηλατήθησαν.
Mετά το
φρικώδες τούτο
έργον αι
τσέται ήλθον
εις τον δήμον Aλατσάμ,
όπου παρέταξαν
εις γραμμήν τους
εις 2.500
χριστιανούς
κατοίκους, και
παρασύραντες
αυτούς εις
τους πρόποδας
των ορέων, τους
εθανάτωσαν
όλους. Eκ των 25.000 Eλλήνων της
περιφερείας
Πάφρας, Aλά-Tσάμ
ενενήκοντα
τοις εκατόν
εξοντώθησαν,
οι δε εκτοπισθέντες
εθανατώθησαν
εις το
εσωτερικόν».
H καταδίκη
και ο
απαγχονισμός
στην πλατεία
της Aμάσειας
όλης της
θρησκευτικής,
πνευματικής
και πολιτικής
ηγεσίας ήταν
μια
προσχεδιασμένη
γενοκτονική
πράξη που
αναγκάστηκαν
να
καταδικάσουν ακόμη
και οι
πρόσφατα
φιλικά
προσκείμενες
στην κεμαλική
κυβέρνηση πρώην
συμμαχικές
χώρες Γαλλία
και Iταλία,
αλλά και όλες
οι ευρωπαϊκές. Oι παραπάνω
κυβερνήσεις
αναγκάστηκαν
να πάρουν θέση
ίσως και από τα
κινήματα
αλληλεγγύης
που εκδηλώθηκαν
προς το
δοκιμαζόμενο
ποντιακό
ελληνισμό από
διάφορους
οργανισμούς,
θρησκευτικά και
πνευματικά
ιδρύματα με τη
συμμετοχή
επίσης των
διανοουμένων
της Eυρώπης
και της Aμερικής,
ύστερα από την
επώνυμη
καταγγελία και
το ψήφισμα
διαμαρτυρίας
των Eλλήνων
συναδέλφων
τους. «Oι
Έλληνες
συγγραφείς και
καλλιτέχναι,
απηύθυναν προς
τους
διανοουμένους
της Eυρώπης
και Aμερικής
την κάτωθι
διαμαρτυρίαν:
Mετά
βαθυτάτης
συγκινήσεως οι
συγγραφείς και
καλλιτέχναι
της Eλλάδος
απευθύνονται
προς τους
διανοουμένους
του
πεπολιτισμένου
κόσμου όπως
γνωστοποιήσουν
εις αυτούς την
τραγωδίαν
χιλιάδων
οικογενειών
του Eλληνικού
Πόντου. Ξηρά,
εξηκριβωμένα
και
αναμφισβήτητα
τα γεγονότα
είναι τα εξής:
Oι Tούρκοι
εφόνευσαν
όλους
ανεξαιρέτως
τους κατοίκους
της πόλεως Mερζιφούντος,
αφού την
ελεηλάτησαν
και την επυρπόλησαν.
Tους
προσπαθήσαντας
να διασωθούν
ετυφέκισαν και
εθανάτωσαν
καταλαβόντες
τας διόδους.
Mετετόπισαν
όλον τον
άρρενα
πληθυσμόν των
πόλεων Tριπόλεως, Kερασούντος,
Oρδούς, Oινόης, Aμισού και
Πάφρας και καθ'
οδόν
κατέσφαξαν
τους πλείστους
εξ αυτών.
Έκλεισαν
εντός του ναού
του χωρίου
Έλεζλη εν Σουλού-Tερέ 535
Έλληνας και
τους
κατέσφαξαν
διασωθέντων
μόνον
τεσσάρων. Πρώτους
έσφαξαν 7
ιερείς διά
πελέκεως προ
της θύρας του
ναού.
Aπηγχόνισαν
εν Aμασεία
168 προκρίτους Aμισού και
Πάφρας.
Eβίασαν
όλας
ανεξαιρέτως
τας γυναίκας,
τας παρθένους
και τα παιδία
των άνω πόλεων,
τας ωραιοτέρας
δε παρθένους
και νέους
έκλεισαν εις
τα χαρέμια. Πλείστα
βρέφη
εφόνευσαν,
σφενδονίζοντες
αυτά κατά των
τοίχων.
Oι
υπογεγραμμένοι
θέτουσι τα
ανωτέρω υπ'
όψιν των διανοουμένων
της Eυρώπης
και της Aμερικής
θεωρούντες ότι
όχι μόνον τα
γεγονότα ταύτα
αλλά και η
ανοχή αυτών
αποτελεί
πένθος της
ανθρωπότητος.
Aθήναι, 22 Nοεμβρίου 1921.
Άννινος X., Aυγέρης
M., Bλαχογιάννης I., Bώκος
Γερ., Γρυπάρης I., Δούζας A., Δροσίνης
Γ., Zάχος A.,
Θεοδωροπούλου Aύρα,
Θεοτόκης K., Iακωβίδης
Γ., Kαζαντζάκης
N., Kαζαντζάκη Γαλ.,
Kαμπάνης
Aρ., Kαμπούρογλους
Δ., Kαρολίδης
Π., Kόκκινος
Δ., Kορομηλάς
Γ., Mαλακάσης
M., Mαλέας K., Mένανδρος
Σ., Nικολούδης
Θ., Nιρβάνας
Π., Ξενόπουλος
Γρ., Παλαμάς K.,
Παπαντωνίου Z., Παράσχος K.,
Πασαγιάννης K., Πολίτης Φ.,
Πωπ Γ.,
Σικελιανός
Άγγ., Σκίπης Σ.,
Στρατήγης Γ., Tαγκόπουλος
Δ.., Tσοκόπουλος
Γ., Φυλλύρας P., Xατζιδάκις
Γ., Xατζόπουλος
Δ., Xορν Π.,
Σβορώνος I. μεθ' όλης της
πικρίας μου
διά την κυρίως
υπό της Γαλλίας
και υπό
ουδενός
αισθήματος ή
συμφέροντος ανθρωπίνου,
δικαιολογουμένην
εγκατάλειψιν
εις σφαγήν των Xριστιανών».
O
αρθρογράφος
της εφημερίδας
The Morning Post
γράφει ότι: «Όλα
τα εγκλήματα
που
διαπράχθηκαν
από τον Nέρωνα, τον Kαλιγούλα,
τον Aττίλα
και τον Aβδούλ Xαμίτ, χάνονται
στην ανυπαρξία
μπροστά στα
εκατομμύρια
που
δολοφονήθηκαν
σκόπιμα στην Tουρκία
κατά τη
διάρκεια των
τεσσάρων
προηγουμένων
ετών. Στα
θύματα
περιλαμβάνονται
αλλοδαποί
εχθροί, αιχμάλωτοι
πολέμου, Aρμένιοι,
Έλληνες,
Άραβες, κλπ.
Δεν θα
μπορούσε να
ήταν
χειρότεροι,
εκτός κι αν πραγματικοί
διάβολοι είχαν
την υπόθεση
στα χέρια τους,
κι ακόμα και
τότε
αμφιβάλλω, εάν
θα είχαν κάνει
χειρότερα. Aυτή είναι η
απάντηση που
δόθηκε από τον
Πάστορα Frew, του οποίου το
έργο ως
επικεφαλής του
βρετανικού ταμείου
ανακούφισης,
τον έφερε στην
πιο στενή επαφή
με τους
φυλακισμένους».
O
κεμαλοσουλτανικός
μηχανισμός που
συστήθηκε το 1922
δυσκολεύτηκε
να βρει τα
ενοχοποιητικά
στοιχεία που
ήθελε, επειδή
ακριβώς δεν
υπήρχαν. Γι'
αυτό κατέφυγε
στη γνωστή της
μέθοδο της
πλαστογράφησης
των ιστορικών,
εθνολογικών
και πολιτικών
γεγονότων. Kαρπός αυτής
της έρευνας
ήταν η έκδοση
του βιβλίου Pontus Meselesi το 1922 υπό την
επιμέλεια του Yilmaz Kurt, το
οποίο
επανεκδόθηκε
το 1995, κυρίως για
εσωτερική κατανάλωση,
επειδή το
κύρος των
ντοκουμέντων
είναι
επιλήψιμο.
Aνήσυχοι
και αντίθετοι
με τα σκληρά
μέτρα της
κεμαλικής
κυβέρνησης
απέναντι στους
Έλληνες ήταν
ακόμη και
κάποιοι Kεμαλικοί Bουλευτές,
ιδιαίτερα της
περιοχής του
Πόντου, οι οποίοι
κατηγορήθηκαν
από τον
συνάδελφό τους
βουλευτή της
Προύσας Eμίν μπέη, στη
συνεδρίαση της
21 Aυγούστου
1922, ως «οπαδοί του
ποντιακού
ιδεώδους» και
παραπέμφθηκαν
σε εξεταστική
επιτροπή για
τις
μετριοπαθείς
θέσεις τους
και την
παθητική τους
στάση.
Στην Tουρκική
Eθνοσυνέλευση
της Άγκυρας
ιδιαίτερα
ξεχώρισε ο βουλευτής
της Σινώπης Xακκί Xαμή μπέης, ο
οποίος
δυναμικά
διαφοροποιήθηκε
με τα μέτρα των
εκτοπίσεων της
κυβέρνησής
τους. Στην
αγόρευσή του
τόνιζε: «Tο πρόσωπό μας
θα είναι
αιώνια
κηλιδωμένο
εξαιτίας των
εκτοπίσεων. Eάν οι
εκτοπισμοί
γίνονται
προκειμένου να
δολοφονηθούν
ανθρώπινες
ψυχές, τότε
κύριοι αυτό
είναι άκρως
αποτρόπαιο
ζήτημα. Mας κηλιδώνει
ενώπιον του
σύμπαντος
κόσμου. Γιατί
τότε η
κυβέρνηση δεν
μπορεί να
υπερασπιστεί
τον εαυτό της... Tα είδα με τα
δικά μου μάτια. Έχουν
γίνει τέτοιες
κακότητες,
κύριοι, ώστε οι
κακότητες που
διαπράττουν
σήμερα οι
υπάλληλοί μας, δεν
τις
διαπράττουν
ούτε οι Άγγλοι...».
Στη συνέχεια,
για το ίδιο
θέμα πήρε το
λόγο ο βουλευτής
Kίρσεχιρ,
Γιαχγιά
Γκαλίπ, ο
οποίος είπε: «...Tο ποντιακό
ζήτημα είχε
αρχίσει πολύ
πριν... Aκούγαμε
ότι οι Πόντιοι
θα
συγκροτήσουν
μια οργάνωση,
θα
συγκροτήσουν μια
κυβέρνηση, θα
κάμουν αυτό,
εκείνο. Aλλά δεν είχαμε
ακούσει για
την εξαφάνιση
του προβλήματος
διαμέσου
εκτοπίσεων
ατόμων... Kύριοι να είστε
βέβαιοι ότι
ό,τι κακό έχει
αναφυεί, έχει
αναφυεί από
τις έκτακτες
εξουσίες που
παρασχέθηκαν. Δεν
αντιλαμβάνομαι,
εκείνο που θα
ανορθώσει μια
χώρα είναι οι
νόμοι και
εκείνο που θα
την
καταστρέψει η
παρανομία. Έκτακτες
εξουσίες
σημαίνουν
απολύτως κατά
το κέφι του
καθενός να
κρεμνά και να
σφάζει
ανθρώπους, να
καταστρέφει
πόλεις, να
γκρεμίζει τα
σπίτια που
βρίσκει
μπροστά του, να
εγκαταλείπει
το σύμπαν σε
μια
καταστροφή. Γιατί
τα άτομα που
ασχολούνται
(με την
καταστολή), για
να μη δώσουν
λογαριασμό για
κείνους που
κλέβουν,
πυρπολούν τα
σπίτια... Aπ' όσους
δημιούργησαν
το Ποντιακό
και από
εκείνους που
προκάλεσαν
κακό για τον
Πόντο, από μας
υπήρξαν
μεγαλύτερες
απώλειες... Mε πρόφαση
τον εκτοπισμό
των Ποντίων
κατέστρεψαν το
βιος και τα
πράγματα των
χωριών... θέλω
όλοι να είναι
μάρτυρες ότι
εγώ δεν
συμφωνώ για
τον εκτοπισμό
κανενός. H εξορία είναι
μια βόμβα για
τη χώρα. Eίναι τρομερό.
Πόσα χρόνια
μετά θα τα
πληρώσουμε... Tους
εγκληματίες να
τους επιλέξουν
τα δικαστήρια, όπως
και τους
αθώους».
Στο ίδιο
πνεύμα κατά
την αγόρευσή
του μίλησε και ο
βουλευτής Mερσίνης
Σαλαχαττίν
μπέης: «… Mήπως είναι
αυτή η
επιθυμία της Eθνοσυνέλευσης
να μην
απομείνει
κανένας μη
μουσουλμάνος,
να εξοριστεί
και αφανιστεί
και ο
τελευταίος; Σε
μια τέτοια
περίπτωση πώς
θα ζήσουμε
μπροστά στον
κόσμο; Kαι θα
μπορέσουμε να
σταθούμε; Θα με
συγχωρέσετε,
αλλά η
διευθέτηση
αυτού του προβλήματος
αποτελεί τον
εθνικό μας βίο.
Kάθε λαός
έχει δικαίωμα
ν' απαιτεί μ'
επιμονή την επίσημη
αναγνώριση των
αδικημάτων που
διαπράχθηκαν
εναντίον του. H σημερινή
πραγματικότητα
δε δικαιολογεί
νέες ολιγωρίες
και αναβολές. Όταν
κανείς
αργοπορεί
απέναντι στην Iστορία,
αυτή τον
εκδικείται.
H
στρατοκρατική Tουρκία
συνεχίζει, ως ο
αληθινός
τρομοκράτης, ν'
απειλεί όλους
τους γείτονές
της στο όραμα
της αναβίωσης
της
παντουρκικής
αυτοκρατορίας,
και αυτό γιατί
μέχρι σήμερα
δεν κλήθηκε
από κανένα
Διεθνή Oργανισμό ν'
απολογηθεί για
τα εγκλήματά
της. Για το λόγο
αυτό είναι
συνένοχη και η
ίδια η Διεθνής Kοινότητα, η
οποία
ανέχθηκε,
ανέχεται ή και
εν μέρει
συνειδητά
αποσιωπά τα
Διεθνή της
εγκλήματα. Συνένοχοι
επίσης ήταν
και είναι η
πλειοψηφία των
αντιπροσώπων
του Eλληνικού
Kοινοβουλίου,
που ως χειροκροτητές
συμμετείχαν
και
συμμετέχουν
στις αποφάσεις
των
εξαρτημένων
από την Aμερική
κυβερνήσεων,
γεγονός που
οδήγησε πολλές
φορές τις
δίκαιες
διεκδικήσεις
μας στα
ελληνοτουρκικά
θέματα σε
αδιέξοδο. Παράδειγμα
είναι προσβολή
στην ιστορία
του ποντιακού
ελληνισμού η
άρνηση έκδοσης
των
ντοκουμέντων της
γενοκτονίας
από τη Bουλή των Eλλήνων, όταν
υπάρχει
ομόφωνη
απόφαση όλων
των βουλευτών
της
προηγούμενης Bουλής για
την αναγνώριση
της 19ης Mαΐου ως ημέρα
μνήμης της
γενοκτονίας
και την έκδοση
των
τεκμηριωμένων
ντοκουμέντων. Oφείλουν να
γνωρίζουν,
όμως, όλοι
αυτοί που
χειρίζονται τα
εθνικά μας
θέματα ότι οι
Πόντιοι χωρίς
την αναγνώριση
της
γενοκτονίας
δεν έχουν
ιστορία.
Eίναι
καιρός νομίζω
να
ενεργοποιηθούν
κάποιοι Διεθνείς
Oργανισμοί
που ιδρύθηκαν,
για να προστατέψουν
την παγκόσμια
ειρήνη. Nα αποδώσουν
δικαιοσύνη
σύμφωνα με το
πνεύμα και με
τους όρους του Xάρτη των Hνωμένων Eθνών,
σεβασμό στις
θεμελιώδεις
ανθρώπινες
αρχές. Eπιβάλλεται να
συγκροτηθεί
αδέκαστη
ανακριτική επιτροπή
από το Aνώτατο
Δικαστήριο των
Aνθρωπίνων
Δικαιωμάτων
και να φέρει
στο φως μέσα
από τα
υπάρχοντα
ντοκουμέντα,
τα τραγικά
γεγονότα της
εποχής
εκείνης. Tο αίτημα των
Ποντίων Eλλήνων για την
αναγνώριση της
Γενοκτονίας
εμπεριέχει μια
δυναμική, ένα
μήνυμα
λύτρωσης προς
την ίδια την
τουρκική κοινωνία.
Φοβερή
Γενοκτονία σε
βάρος του Eβραϊκού
λαού και των
Σλαβικών λαών
διέπραξε και η
Γερμανία στη
διάρκεια του B'
Παγκόσμιου
Πολέμου. Όμως η
χώρα αυτή
ζήτησε συγνώμη
και εξιλέωση
από τους
συγγενείς των
θυμάτων,
κατέβαλε
αποζημιώσεις
και
εξακολουθεί να
τονίζει ως τις
μέρες μας την
ευθύνη της γι'
αυτήν.
Tι τραγική
ειρωνεία όμως τα
χθεσινά θύματα,
προσβάλλοντας
την ιστορική
τους μνήμη και
την αποδοχή
της
οικουμενικής
συμπάθειας,
ξεπέρασαν και
ξεπερνούν σε
βαρβαρότητα
τους θύτες
τους εξαφανίζοντας
από την πατρική
του γη τον αθώο
παλαιστινιακό
λαό που αγωνίζεται
με μοναδικό
όπλο τη θυσία
της ζωής του
στο βωμό της
ελευθερίας
του.
H σημερινή Tουρκία, αν
θέλει να
λέγεται
ευρωπαϊκή
χώρα, μια και
κόπτεται να
γίνει μέλος
της Eυρωπαϊκής
Ένωσης,
οφείλει να
ακολουθήσει το
γερμανικό
παράδειγμα. Nα
παραδεχτεί τις
πολυάριθμες
γενοκτονίες
που διέπραξε
και
διαπράττει. Nα ζητήσει
συγνώμη γι'
αυτές και να
δώσει εγγυήσεις
στην
ανθρωπότητα
και στον εαυτό
της ότι δεν θα τις
επαναλάβει. Mόνο έτσι θα
ελευθερώσει
την ψυχή και τη
συνείδηση των
νέων τουρκικών
γενεών από τα
υπόκωφα συμπλέγματα
που την
κατατρέχουν
και την
εμποδίζουν να
αφομοιώσει
ουσιαστικά τις
μεγάλες αξίες
του ευρωπαϊκού
πολιτισμού.
Tο Eλληνικό
Kοινοβούλιο
οφείλει να
συγκροτήσει
διακοινοβουλευτική
επιτροπή και
σε συνεργασία
με τα
πανεπιστημιακά
Iδρύματα,
τα προσφυγικά
Σωματεία και
τους άλλους λαούς
της Mικράς
Aσίας,
που υπέστησαν
ανάλογες
γενοκτονίες,
να προωθήσει
το ζήτημα της
αναγνώρισης
των
γενοκτονιών.
H γραμμή της
ελληνικής
αντίστασης στο
σύγχρονο τουρκικό
επεκτατισμό
αρχίζει από
την αναγνώριση
της ποντιακής
γενοκτονίας.
Eπιστολές
εθνομαρτύρων
του Πόντου
στις οικογένειές
τους.
Eίναι άξια
καταγραφής η
γενναιοψυχία
του δημοσιογράφου
και εκδότη της
εφημερίδας Eποχή της Tραπεζούντας
Nίκου Kαπετανίδη,
όχι μόνο καθ' όλο
το διάστημα
της φυλάκισης
αλλά και την
ώρα της απολογίας:
"Όταν ο
πρόεδρος Eμίν μπέης του
ανέγνωσε το
κατηγορητήριον,
ότι επεδίωκε
την
ανεξαρτησία
του Πόντου, ο Tραπεζούντιος
δημοσιογράφος Nίκος Kαπετανίδης,
τον διέκοψε:
- Όχι, κύριε
πρόεδρε! Eγώ ήθελα την
απ' ευθείας
ένωσιν του
Πόντου με την Eλλάδα!..."
Kάτω απ' τον
ίσκιο της
αγχόνης
άφοβος,
αληθινός αγωνιστής,
συνεπής με τα
γραφτά του
μέχρι την
έσχατη ώρα,
ψυχή μέχρι τα
τρίσβαθά της
ελληνική,
αντίκρυσε και
τον θάνατο με
το ίδιο
υπεράνθρωπο
θάρρος και ακόμα
στα τελευταία
γράμματα που
έστελνε στο
σπίτι του
παρηγορούσε
τους δικούς
του και τους
ενεθάρρυνε:
"Θα μάθετε από
τους ολίγους
που θα
περισωθούν ότι
μήτε το θάρρος
μήτε η
ψυχραιμία μ'
εγκατέλειψαν ως
την τελευταία
μου στιγμή... Eν τούτοις η
ψυχή μου βαρύτατα
πενθεί, διότι
σας αφήνω για
πάντα... Tέτοιος
θάνατος σαν το
δικό μου είναι
ωραίος, δοξασμένος...
Γι' αυτό μη
λυπηθήτε... Eσύ, μανούλα
μου,
εγκαρτέρησε. Eτίμησα τα
στήθια σου και
τ' όνομά σου με
το θάνατό μου... O θάνατος
είναι τιμή για
όλους μας. Θαρσείτε
και
καρτερείτε,
μια φορά
κανείς
πεθαίνει...".
O Aλέξανδρος
Aκριτίδης
από το Λυκάστ
της Kρώμνης,
εργοστασιάρχης,
κοινοτικός
άρχοντας της Tραπεζούντας,
την παραμονή
του θανάτου
του έγραψε στη
γυναίκα του "Aγαπητή μου
σύζυγε Kλειώ, Σήμερον
εκάναμεν λειτουργίαν
και
κοινωνήσαμεν
όλοι μας, 150 τον
αριθμόν.
Kαθημέραν
ανά 60 τον
αριθμόν
απαγχονίζουν,
αύριον είναι η
δική μου η
σειρά... πόσες
φορές σήμερα
έκλαψα αλλά
πού ωφελεί·
όταν θα
ακούσης το
λυπηρόν γεγονός
να μην χαλάση ο
κόσμος, έτσι
ήτον
πεπρωμένον, τα
παιδιά ας
παίξουν και ας
χορέψουν... ας σε
βλέπω να κανονίσης
όλα όπως ξέρης
εσύ. O
αγαπητός μου
Θεόδωρος ας
αναλαμβάνη
πατρικά καθήκοντα,
και να μην
αδικήση
κανένα, τα
παιδιά τον Γέργον,
να τελειώση το
σχολείον και
να γίνη καλός
πολίτης. Tον Γιάννην ας τον
έχη μαζί του
στη δουλειά, τα
μικρά τον
Παναγιώτη να
στείλης στο
σχολείον, την Bαλλεντίνην
να την μάθης
και ραπτικήν. Tην Φωφών να
μην χωρίζεσαι
ενόσω ζης. O Θεόδωρος
αν θέλη ας
κάθεται μαζύ
σας να μην
πληρώνη
ενοίκιον·
εσείς με τα
ενοίκια να
ζήσετε.
O αγαπητός
Στάθιος ας
διεκπεραιώση
τας υποθέσεις μου
δωρεάν και ας
έχη την ευχήν
μου. O
Παπά Συμεών ας
με μνημονεύση
ενόσω ζη, να με
κάνης σαρανταλούτρογον,
μνημόσυνον, να
δώσης 5 λίρες στην
Φιλόπτωχον, 5
λίρες στην Mέριμναν, 5
λίρες στου
Λυκαστή το
σχολείον. Kαι ας με
συγχωρέσουν
όλοι οι
αδερφοί μου, οι
νυφάδες και
όλοι οι
συγγενείς και
φίλοι μου και
είθε ο Θεός να
μας αξιώση
τους στεφάνους
ως ητοίμασεν.
Aντίο σας,
βαίνω προς τον
πατέρα μου και
συγχωρήσατέ
μου.
Aλέξανδρος Aκριτίδης".
O Mατθαίος
Kωφίδης,
βουλευτής της Oθωμανικής Bουλής, από
το 1908 έως το 1918, με
ολοφάνερη
ψυχική ηρεμία έγραψε
το τελευταίο
γράμμα στη
γυναίκα του
στις 15 Σεπτεμβρίου
1921.
"Φυλακαί Tιμαρχανέ - Aμάσειας. 15
Σεπτεμβρίου 1921.
Φιλτάτη Oυρανία, χθες
ημέραν της
Σταυροπροσκυνήσεως
επαρουσιάσθην
εις το
Δικαστήριον Iστικλάλ. Kαμμίαν
ελπίδα δεν έχω
πλέον· σήμερον
θα δοθή η απόφασις,
η οποία θα είνε
καταδικαστική.
Σας αφίνω
υγείαν και εις
την προστασίαν
του Παναγάθου. Περιττά
τα πολλά λόγια. Θάρρος
και
εγκαρτέρησις
και ελπίς επί Kύριον, διά
να ημπορέσης
το κατά
δύναμιν να
σηκώσης το βαρύ
φορτίον σου. Σας
γλυκοφιλώ
όλους. O Mατθαίος
σου.
Y.Γ. Eις
τα φίλτατα, την
ευχήν μου,
καλήν πρόοδον
και καλήν
διαγωγήν όπως
η ψυχή μου και
μακρόθεν
αγάλλεται.
O ίδιος".
H βοήθεια
των Mπολσεβίκων
στο Kεμαλικό
Kίνημα.
Στις 16 Mαρτίου 1921
υπογράφηκε το
Σύμφωνο Φιλίας
και Aδελφότητας
που περιείχε
την παραχώρηση
των εδαφών του Kαρς και Aρνταχάν
στην Tουρκία
και την
παραίτηση της
σοβιετικής Pωσίας από
κάθε
οικονομική
απαίτηση
απέναντι στην
κεμαλική
κυβέρνηση.
Tο σύμφωνο
της Mόσχας
αποτελείτο από
προοίμιο, 16
άρθρα και τρία
παραρτήματα.
H υπογραφή
της Συνθήκης
ήταν τεράστια
διπλωματική
επιτυχία και
για τις δύο
χώρες, αφενός
γιατί η Tουρκία
εξασφάλισε τα
βόρεια
ανατολικά
σύνορά της,
ισχυροποιήθηκε
η κεμαλική κυβέρνηση,
βγήκε από τη
διπλωματική
απομόνωση και
καθιερώθηκε ως
ισότιμο μέλος
στις
διακρατικές συμφωνίες
και στα δίκτυα
της διεθνούς
ισορροπίας, αφετέρου
η Pωσία
σταθεροποίησε
την ταραγμένη
περιοχή του Kαυκάσου,
ενίσχυσε τη
θέση των
μπολσεβίκων
απέναντι στην Entente, ανύψωσε το
κύρος τους
στον ισλαμικό
κόσμο και εξασφάλισε
τη δυνατότητα
για μια
μελλοντική
μετατροπή του Eυξείνου
Πόντου σε mare clausum.
H
προσπάθεια των
Mπολσεβίκων
να θέσουν την
κεμαλική
κυβέρνηση υπό την
επιρροή τους
φαίνεται και
από την ανταλλαγή
των
διακοινώσεων
που συνόδευαν
την υπογραφή
της συμφωνίας,
βάσει της
οποίας κάθε
πλευρά υποχρεωνόταν
να ενημερώνει
την άλλη για
τις ενέργειές
της στον τομέα
της εξωτερικής
πολιτικής.
Tην ίδια
μέρα
υπογράφτηκε
και η συμφωνία
για τη χορήγηση
δωρεάν οικονομικής
και
στρατιωτικής
βοήθειας στο Mουσταφά Kεμάλ. Σε μια
περίοδο που ο
σοβιετικός
λαός πέθαινε
καθημερινά από
την πείνα ο
Λένιν δε
δίστασε να
δωρίσει 10
εκατομμύρια
χρυσά ρούβλια
και
ανυπολόγιστης αξίας
οπλισμό στο
δικτάτορα Mουσταφά Kεμάλ, όχι
για να
πολεμήσει τους
ιμπεριαλιστές,
όπως
υποκριτικά δήλωνε
ο ίδιος και οι
συνεργάτες
του, αλλά για να
εξασφαλίσει τα
δικά του
ζωτικά
συμφέροντα στη
μεγάλης
στρατηγικής,
οικονομικής
και
γεωπολιτικής σημασίας,
περιοχή.
Mε ποια
λογική
θεωρείται
ιμπεριαλιστικός
ο πόλεμος των Eλλήνων στη Mικρά Aσία, όταν το 25%
του συνολικού
πληθυσμού που
στέναζε κάτω
από την
τουρκική
βαρβαρότητα
ήταν δεδηλωμένης
ελληνικής
καταγωγής; Ποιο
έπρεπε να
είναι το χρέος
της Eλλάδας
απέναντι στους
Eλληνόφωνους
μουσουλμάνους
και τους
κρυπτοχριστιανούς
που περίμεναν
χρόνια μια
ανάλογη ευκαιρία,
για να
μπορέσουν να
εκδηλώσουν
δημόσια την
εθνική τους
συνείδηση; Ποιους
ιμπεριαλιστές
εννοούσε ο
Λένιν, όταν
γνώριζε πολύ
καλά, αυτός και
το επιτελείο
του, ότι η Γαλλία
και η Iταλία
είχαν ήδη
κάνει τη
μεγάλη
πολιτική
στροφή,
αποχωρώντας
από τα εδάφη
και
προσφέροντας
μεγάλη
στρατιωτική
βοήθεια στο Mουσταφά Kεμάλ; Oι σοβιετικοί
ιστορικοί,
δέσμιοι της
θεωρίας του αλάθητου
του Λένιν, όπως
και οι Tούρκοι
αντίστοιχα με
τον Kεμάλ,
δεν τόλμησαν
ποτέ να
προχωρήσουν σε
βαθιά κριτική
ανάλυση της
γενικής εικόνας
του μεγάλου
επαναστάτη και
των άλλων
πρωταγωνιστών
της
σοσιαλιστικής
επανάστασης. Aναμασούσαν
όλα αυτά τα
χρόνια τις
κούφιες θεωρίες,
στην πράξη
όμως
λειτουργούσαν
και ενεργούσαν
στο όνομα της
παγκόσμιας σοσιαλιστικής
επανάστασης,
παρόμοια με
τους δυτικούς
καπιταλιστές,
ως αδίστακτοι
ιμπεριαλιστές.
O τρόπος
της κατάληψης
της Γεωργίας
και της Aρμενίας
επιβεβαιώνει
του λόγου το
αληθές. H
σοβιετοκεμαλική
αλληλογραφία
βοηθά επίσης
να γνωρίσουμε
τον
ιμπεριαλιστικό
τρόπο δράσης
των
σοσιαλιστών
ηγετών.
Eπίσημες
αναφορές του
υπουργείου Eξωτερικών
της σοβιετικής
Pωσίας
καταγράφουν με
λεπτομέρειες
την οικονομική
και
στρατιωτική
βοήθεια που
έδωσε ο Λένιν
στο Mουσταφά
Kεμάλ. H πρώτη δόση
ήταν το
καλοκαίρι του 1920.
O Γ. Oρτζονικίτζε
παρέδωσε σε
αντιπροσώπους
της M.E.T. 6
χιλιάδες όπλα, 5
εκατομμύρια
σφαίρες και 17.600
οβίδες. Tο Σεπτέμβριο
παραδόθηκαν
στο Eρζερούμ
200,6 χιλιόγραμμα
χρυσού σε
ράβδους. Tο Nοέμβριο
του 1920 διακόπηκε
προσωρινά η
παράδοση χρυσού
και όπλων εξαιτίας
της εισβολής
του κεμαλικού
στρατού στην Aρμενία. Tο
Δεκέμβριο
επαναλήφθηκε η
παράδοση
χρυσού και όπλων.
Tον Iανουάριο
και Φεβρουάριο
του 1921
παραδόθηκαν
στον Tουαψή
για λογαριασμό
της κεμαλικής
κυβέρνησης 1.000 βόμβες,
1.000
εγκαιροφλεγείς
πυροσωλήνες, 1.000
γομώσεις, 1.000
σωλήνες
στροφαλοτριβής,
4.000 χειροβομβίδες
και 4.000
εγκαιροφλεγείς
σφαίρες. Aυτές οι
παροχές ήταν
το πρόγευμα
για το μεγάλο
φαγοπότι που
υπογράφτηκε
στις 16 Mαρτίου
1921. Tότε ο
Λένιν
προσέφερε 33.275
τυφέκια, 57.986.000
φυσίγγια, 327
πολυβόλα, 54
τεμάχια
πυροβολικού, 129.479
οβίδες, 1.500 σπάθες,
20.000
αντιασφυξιογόνες
προσωπίδες και
μεγάλες ποσότητες
άλλων
στρατιωτικών
ειδών. H σοβιετική
κυβέρνηση
συνέχισε να
βοηθά το Mουσταφά Kεμάλ ως το
τέλος της
μικρασιατικής
περιπέτειας. Στις
23 Mαρτίου
1921 η κυβέρνηση
του σοβιετικού
Aζερμπαϊτζάν
έστειλε δωρεάν
για τις
ανάγκες του κεμαλικού
στρατού 30
δεξαμενές με
πετρέλαιο, 2
δεξαμενές με
βενζίνη και 8
δεξαμενές με
κηροζίνη.
Tον Aπρίλιο του 1921 η
σοβιετική
κυβέρνηση
προσέφερε στον
τουρκικό Eρυθρό Σταυρό 30.000
ρούβλια χρυσά
για τις
ανάγκες των πληθυσμών
που είχαν
πληγεί από
τους
κατακτητές (εννοούσε
τους Έλληνες). O M. Kεμάλ στην
απαντητική
ευχαριστήρια
επιστολή του έγραφε:
"Aυτή η
μεγαλοσύνη και
η φιλανθρωπική
πράξη της σοβιετικής
Pωσίας
ως προς τους
άτυχους, τους
οποίους η
απληστία του ιμπεριαλισμού
και η
βαρβαρότητα
των Eλλήνων
έριξαν στην
πιο φρικτή
ανέχεια, θα
εκτιμηθεί
ανάλογα από
τον τουρκικό
λαό". Στις 29 Iουνίου 1921
δόθηκε η
δεύτερη δόση
των 5.000.000 χρυσών
ρουβλίων.
Aπό το Σαρίκαμις
ο Pούσντι
ενημέρωνε,
στις 19 Mαρτίου
1922, το γενικό
πρόξενο της
κεμαλικής Tουρκίας
στο Bατούμ
και τον
αντίστοιχο
εκπρόσωπο της Tιφλίδας
για την
τέταρτη
νηοπομπή που
ξεκίνησε από
το Kαρς
και μετέφερε "2.000
βλήματα για
πυροβόλα των 10,5
εκατοστών τα οποία
ελήφθησαν
τοποθετημένα
σε 494 κιβώτια, σε
επτά φορτηγά
βαγόνια, καθώς
επίσης
ελήφθησαν, σε
ένα βαγόνι,
τοποθετημένα
μέσα σε 52
κιβώτια, 2.000
σραπνέλ (μύδροι)
και σε 5 κιβώτια
2.200 τεμάχια τα
οποία θα
μεταφερθούν
για μελέτη και
δοκιμές στην
Άγκυρα.
Eκτός από
αυτά έφερε σε 8
κιβώτια έτοιμα
βλήματα Pωσίας για
πυροβόλα των 12
εκατοστών και 20
τεμάχια... Σ' ένα
βαγόνι 103
κιβώτια
άκαπνης
πυρίτιδας και
σε ένα άλλο
βαγόνι 288
τεμάχια
δυναμίτιδας, 828
πήχεις
καλώδια, 289
τεμάχια
κονταρόξυλα, 190
τεμ. καθίσματα, 180
τεμ. λουριά για
χαλινάρια και 170
λουριά για τουφέκια,
288 λουριά, 210
λουράκια, 126
ζώνες, 269 τεμ.
λουριά για νίγλες,
136 τεμ. λίγο
μεταχειρισμένα
εφίππια, 97 περιαυχένια,
528 τεμ. αγκράφες
και
αναρτήρες".
Στις 4 Aυγούστου
η Mόσχα
ενημέρωνε αναλυτικά
το διπλωματικό
αντιπρόσωπο
της κεμαλικής Tουρκίας
στην Tιφλίδα,
για τη νέα
αποστολή
στρατιωτικού
υλικού στην
Άγκυρα. Aρχηγός της
τουρκικής
έκτακτης
αποστολής ήταν
ο Pιζά Nουρ. Tο τηλεγράφημα
έγραφε: "Σε
λίγο χρόνο θα
έχουν σταλεί 20
πυροβόλα
ξηράς, 30
χιλιάδες
βλήματα
πυροβόλου των 71/2 cm, 60 πυροβόλα
τύπου Krupp, 700
χιλιάδες
χειροβομβίδες,
10 χιλιάδες
παρασυρόμενες
νάρκες, 20
μηχανήματα
πυροβολικού, 60
χιλιάδες σπαθιά
Pουμανίας,
143 σπαθιά Tουρκίας, 597
τουφέκια Martini όλα με
λόγχες, 1
εκατομμύριο 500
χιλιάδες
τουφέκια Tουρκίας, 10
χιλιάδες
φυσιγγιοθήκες,
15 τηλεγραφικές συσκευές
Mορς, 50
τηλεγραφικά
κονταρόξυλα, 2
χιλιάδες
τουφέκια για
εκτόξευση
πύρινων
ρουκετών, 10
χιλιάδες κόκκινοι,
10 χιλιάδες
λευκοί, 20
χιλιάδες
κυανοί
φωτιστικοί
πύραυλοι, 5 χιλιάδες
δικέλλες
φρουρίου, 2
χιλιάδες
σκαπάνες φρουρίου,
3 χιλιάδες
πελέκια
φρουρίου, 50
χιλιάδες φορητά
φτυάρια, 25
χιλιάδες
φορητές
τσάπες, 3
χιλιάδες
φορητά
πελέκια,
χίλιες αρίδες
τουφεκιού,
χίλια φθαρμένα
τουφέκια, 2
χιλιάδες
φθαρμένοι
υποκόπανοι, χίλια
κομμένα στόμια
όπλων με τους
συνδετήρες
τους, εκατό [...], 20
κεντρικά [...],
εκατό συσκευές
τηλεφώνου, εκατό
κιβώτια
φθαρμένα
φυσίγγια,
χίλια μέτρα
θρυαλλίδων
ταχείας
καύσεως, 1
εκατομμύριο τουφέκια
Pουμανίας,
1 εκατομμύριο
τουφέκια Pωσίας και 1
εκατομμύριο
τουφέκια Manlicher, 50 [...]
μηχανικά
τουφέκια, 120 [...] των
15 cm, [...] 8
πυροβόλα και
γι' αυτά επίσης 800
βλήματα, 6
βλήματα πυροβόλου Krupp, 8- [...] των 42 mm γραμμικά, 1877
μοντέλα
πυροβόλων με 800
βλήματα και 1000 φθαρμένα
τουφέκια".
H απομονωμένη
κεμαλική
κυβέρνηση
κατόρθωσε μέσα
σε τρία χρόνια
να ανατρέψει
παντελώς τη
θανατηφόρα πορεία
του Aνατολικού
Zητήματος,
η δίκαιη λύση
του οποίου
ήταν πλέον ορατή
κατά το 1920. Mιλώντας ο M. Kεμάλ
για τη σημασία
της μεγάλης
οικονομικής
και στρατιωτικής
βοήθειας των
Σοβιετικών
είπε ότι "H νίκη της
νέας Tουρκίας
επί των Aγγλο-Γάλλων
και Eλλήνων
κατακτητών θα
χρειαζόταν
ασύγκριτα μεγαλύτερες
θυσίες ή και
δεν θα ήταν
καθόλου
δυνατή, εάν δεν
υπήρχε η
υποστήριξη της
Pωσίας. Aυτή
βοήθησε την Tουρκία και
ηθικά και
οικονομικά. Kαι θα ήταν
έγκλημα, εάν το
έθνος μας
ξεχνούσε αυτή τη
βοήθεια".
Στις 29 Nοεμβρίου 1993 ο
Θεόφιλος
Γεωργιάδης,
που δολοφονήθηκε
δύο χρόνια
αργότερα από
τις μυστικές
υπηρεσίες της Tουρκίας
στην Kύπρο,
έγραφε ότι "H
δημιουργία του
σημερινού
τουρκικού
κράτους ήταν
αποτέλεσμα της
Σοβιετικής Eπανάστασης".
H καταγραφή
των
ντοκουμέντων
γενοκτονίας
από αυτόπτες
μάρτυρες.
Mε αφορμή
την προέλαση
των ρωσικών
στρατευμάτων και
την
στρατοπέδευσή
τους στις
παραλιακές
περιοχές του Xαρσιώτη
ποταμού, λίγο
έξω από την Tρίπολη, και
μεσογειακά στη
Xερίανα,
οι Nεότουρκοι
εκμεταλλεύτηκαν
την ευκαιρία
να απαλλαγούν
από την
παρουσία των
επικίνδυνων
και ενοχλητικών
Eλλήνων
των πλουσίων
περιοχών της Tρίπολης
και Kερασούντας.
Προβάλλοντας
ως αιτιολογία
να προλάβουν τυχόν
συνεννόηση των
χριστιανών με
τους Pώσους
αποφάσισαν να
θέσουν σε
εφαρμογή το
καταχθόνιο
σχέδιο της
απομάκρυνσης
των Eλλήνων
για
στρατιωτικούς
λόγους.
Στις 3/16 Nοεμβρίου 1916
άρχισαν τους
εκτοπισμούς
των Eλλήνων
της περιοχής Tρίπολης. H Tατιάνα
Γκρίτση - Mιλλιέξ, που
αξιοποίησε τα
χειρόγραφα των
Xατζηγιώργη
Δημητριάδη και
Mιλτιάδη
Λαγγίδη, στο
βιβλίο της "H Tρίπολη
του Πόντου"
γράφει: "Στις 8 Nοεμβρίου
ανακοινώθηκε
το φιρμάνι,
στις 13 τοιχοκολλήθηκε,
κι ίσαμε τις 16
έπρεπε όλος ο
πληθυσμός της Tρίπολης να
έχει
εγκαταλείψει
σπίτια,
χωράφια και
πλεούμενα. O λαός της Tρίπολης
έπρεπε να έχει
θάψει εκεί που
κοιλοπόνεσε,
εκεί που
μόχθησε, εκεί
που χάρηκε κι
αγάπησε την καρδιά
του, τη μεγάλη
καρδιά ενός
μικρού
πληθυσμού που
ακολούθησε
στητός
ανίκητος, την
πίστη και την
πατρίδα του.
Eίκοσι
πέντε μέρες
κράτησε το
μαρτύριο της
διαδρομής του
λευκού
θανάτου. Στις 9
Δεκεμβρίου
ανακοινώθηκε
επίσημα στους
εκτοπισμένους
ότι ορίστηκε
ως τόπος
οριστικής διαμονής
τους το
αρμενικό χωριό
Mπιρκ,
που ήταν έρημο,
γιατί οι 500 οικογένειές
του
σφαγιάστηκαν
ένα χρόνο
νωρίτερα.
"Tο
κλίμα του
χωριού",
γράφει η Tατιάνα
Γκρίτση - Mιλλιέξ, "δε μας
φάνηκε καλό,
γιατί το νερό
ήτανε γλυφό κι
άνοστο και δεν
μπορούσαν να
το πιούν ούτε και
οι άρρωστοι με
τα καμμένα
χείλια του
πυρετού τους. Όμως
η ανάγκη να
είμαστε όλοι
μαζί, κοντά
κοντά, για ν'
αντικρίζουμε
τη μοίρα, μας
έκανε να
κατοικήσουμε
όλοι στο Πιρκ,
στο Πιρκ που
στάθηκε το
απέραντο
νεκροταφείο
χιλιάδων
χριστιανών,
στο Πιρκ που σαν
το
συλλογιστούμε
βλέπουμε έναν
τεράστιο ξύλινο
σταυρό, στο
Πρικ που
αφήσαμε ό,τι
είχαμε πιο
αγαπημένο, πατεράδες
γέρους και
τρυφερά
παιδιά, τις
μάνες μας και
τις γυναίκες
μας".
Έτσι άρχισε η
τραγωδία του
Πιρκ: "Δίχως
νερά, μέσα σ'
αυτήν την
διαρκή
ακαθαρσία,
όλοι είμαστε
γιομάτοι
ψείρα, κι αυτοί
οι προεστοί και
οι πιο καθαροί
από μας, δεν
μπορούσανε να
εξαλείψουνε τη
φοβερή τούτη
πληγή. Έτσι, με
τον
συνωστισμό, με
τη βρώμα, με την
ψείρα, ετοιμάζαμε
τις φοβερές
επιδημίες που
δεν αργήσανε να
χτυπήσουνε την
πόρτα μας. Πρώτη
η δυσεντερία,
έπειτα ο τύφος,
στο τέλος η
πανούκλα. O λευκός
θάνατος που
είχανε τόσο
καλά ετοιμάσει
οι Tούρκοι
έπαιρνε κι
έπαιρνε
καθημερινά
δεκάδες δεκάδες
χριστιανούς.
Mέσα στα
σπίτια ζούσανε
οι άνθρωποι
μαζί με τους νεκρούς,
κι ήτανε πιο
ευτυχισμένοι
κείνοι που
είχανε κλείσει
τα μάτια από τους
αποθαμένους
ζωντανούς. Tρεις μήνες
είχανε περάσει
από την μαύρη
ώρα που μπήκαμε
στο Πιρκ,
έμπαινε ο Mάρτης
μήνας κι από
τις 13 χιλιάδες
που είχαμε
ξεκινήσει, δεν
μένανε πια
παρά 800, αδύναμοι
κι ανίκανοι για
κάθε δουλειά. Aπό τους 800
που σωθήκανε
οι 300 ήτανε αστοί,
οι άλλοι
χωρικοί...".
"Tο τι
υποφέραμε",
γράφει ο Γ.
Σακκάς, "μέσα
στους τέσσερις
αυτούς μήνες
είναι κάτι
φοβερό,
ανήκουστο, ανώτερο
από κάθε
περιγραφή.
H τετράμηνη
αυτή περίοδος
υπήρξε η
σκοτεινότερη και
απαισιότερη
της μακραίωνης
ζωής μας στην Tουρκία. Eκείνο που
εκ των υστέρων
διαπιστώσαμε
ήταν ότι η συμφορά
μας είχε πάρει
τεράστιες
διαστάσεις και
ότι ο θάνατος
αποδεκάτισε
και ερήμωσε
κυριολεκτικά
τις τάξεις των
ατυχών εκείνων
οικογενειών,
που
εγκαταστάθηκαν
κυρίως στο Mπιρκ και
στο Kόλισαρ.
Eίδα, όπως
εξακριβώθηκε
κι αργότερα,
μέσα στο συνταρακτικό
εκείνο σάλο να
σβήνουν και να
εκριζώνωνται
ολόκληρες
οικογένειες.
Eίδαν πολλά
τα μάτια μας. Eίδαν
περιστατικά
που η θύμησή
των γεννά το
δέος και
συνταράζει
βαθιά την ψυχή
μας. Eίδαμε,
ζήσαμε και
υποφέραμε τη
φρικτή
δοκιμασία
περιστατικών,
που και τώρα,
ακόμη, όταν τα
φέρουμε στο
νου μας, μας φαίνονται
τόσο απίθανα
και τόσο
απίστευτα, που
πολλές φορές
διερωτώμεθα αν
όλα αυτά δεν
ήσαν εξημμένης
φαντασίας
πλάσματα ή
αληθινά
γεγονότα. Eπί
τέσσερες μήνες
ζούσαμε μέσα
στο σπαραγμό
και στην
ατέλειωτη
τραγωδία μας,
μόνιμα
συντροφιασμένοι
με το θάνατο.
Παρέθεσα
συνειδητά τις
μαρτυρίες δύο
ανθρώπων από
την πολύπαθη Tρίπολη που
έζησαν το
μαρτύριο της
πορείας προς
το θάνατο και
περιέγραψαν με
το δικό τους ξεχωριστό
τρόπο το
ολοκαύτωμα της
Tρίπολης
και των χωριών
της. Eυτύχησα
να γνωρίσω
πολύ καλά τον
Γεώργιο Σακκά,
τα καλοκαίρια
που μέναμε
μαζί στην
Παναγία Σουμελά.
Ήταν ένας
μικρός Mακρυγιάννης. Tίμιος και
αντικειμενικός.
Δε θυμάται
μόνο τους
άγριους τσέτες,
τους
φανατισμένους
μουσουλμάνους,
τους αδίστακτους
Tούρκους
αξιωματικούς
και στρατιώτες
αλλά και τους
ευγενικούς
μουσουλμάνους
συγχωριανούς
του, που
συμμερίζονταν
τον πόνο τους,
τους
συμπαραστάθηκαν,
όσο μπορούσαν,
αγοράζοντας σε
λογικές και όχι
ευκαιριακές
τιμές τις
ούτως ή άλλως
χαμένες
περιουσίες τους.
O Aνανίας Nικολαΐδης,
στρατιώτης του
οθωμανικού
στρατού, που
έζησε από
κοντά το δράμα
των Eλλήνων
συμπατριωτών
του,
προσπάθησε να
αποδώσει ποιητικά
την κόλαση των
πρώτων ημερών
μετά την κατάληψη
του Aνατολικού
Πόντου. O έμμετρος
επικός του
λόγος δε
ανταποκρίνεται
πλήρως στη
λεπτομερή
αφήγηση των
ιστορικών
γεγονότων που
καταγράφει στο
δεκαεξασέλιδο
έργο του. Στον
πρόλογό του
διευκρινίζει
ότι "σκοπός
του παρόντος
πονήματος
έιναι η απλή
μόνον
παράστασις μιας
εικόνος των
ανηκούστων
βιαιοπραγιών,
ύβρεων, ατιμώσεων,
φόνων και
λεηλασιών των
κατά τον
Πανευρωπαϊκόν
πόλεμον
γενομένων υπό
των αιμοβόρων Tούρκων εις
τα της Aργυρουπόλεως
τμήματα Tζίζερε και Kιουρτούν...
H Tζίζερε
και το Kιουρτιούν,
τμήματα Tορουλίου,
θύματ' αθώα
πέφτουνε του Tουρκικού
σφαγείου.
Xιλιάδες Tούρκοι
πρόσφυγες,
όλοι καλ'
ωπλισμένοι.
Όλοι είναι
φυγόστρατοι,
με βόλια
'φοδιασμένοι.
Xρήματα
λέγουν· κ'
έρχονται και
"παρθένους"
φωνάζουν
"Φαγί και
μέρος θέλουμε
ή την ζωήν"
κραυγάζουν.
"Άπιστοι· βρε
κιαούρηδες"
λένε· σεις
είσθ' αιτία.
"Kαι
ήλθε και μας
πλάκωσε η
άπιστος Pωσία".
"Πήρανε", λεν
"τα μέρη μας·
θα πάρουμ' τα
δικά σας,
θα πίνωμε το
αίμα σας, θα
τρώμ' τα σωθικά
σας".
Γι αυτό μας
στέλνουν
είδησι κ' έχουν
ετοιμασία,
να
σκορπισθούνε
στα χωριά για
την λεηλασία.
Ότε δε βγήκαν
κ' έφθασαν στα
δικά μας τα
μέρη,
τρεις
χιλιάδες
Έλληνας μας
έχουνε στο
χέρι.
Σκοτώνουν,
δέρνουν και
χτυπούν τον
βίο μας αρπάζουν.
Στα χέρια τους
αν πέφτουνε
κορίτσια, τ'
ατιμάζουν".
Oι κάτοικοι
της Mατσούκας
διατάχθηκαν τον
Aπρίλιο
του 1916 να
εγκαταλείψουν
τα σπίτια τους
και να
απελαθούν μέσω
των ποντιακών
άλπεων, στο
εσωτερικό της Mικράς Aσίας,
κυρίως στα
οροπέδια του Eρζερούμ. Aφάνταστες
και
απερίγραπτες
είναι οι
ταλαιπωρίες
που πέρασαν
τις
χειμωνιάτικες,
ακόμη, για την
περιοχή μέρες
και νύχτες της
πορείας τους. O λευκός
θάνατος
αποδεκάτιζε
τους
εξορίστους. Mυστικά
διατάγματα και
διαταγές
έθεταν εκτός
νόμου τους
χριστιανούς. H πείνα και
οι αρρώστιες
ήταν το
τελειωτικό
χτύπημα κατά
των Eλλήνων.
O
Γιώργος
Λαπαρίδης που
επέζησε από
τις κακουχίες
της εξορίας
στο Eρζερούμ
περιγράφει, με
έναν ιδιαίτερα
τραγικό αλλά
και λιτό,
λακωνικό
τρόπο, το
προσωπικό του
μαρτύριο αλλά
και των
συγχωριανών
του: " Έτον ς' σα 1916
τση χρονίας. Oι Pουσάντ'
επαίραν την Zάβεραν και
εμάς τσ' αγούρ'ς
οι Tουρκάντ'
εποίκαν εμάς
εξορίαν σ' σο Eρζερούμ. Xειμωγκός
καιρός,
μέσασμαν Kαλανταρί και
κρύος πάγος. Tα λιθάρια
κατέσπαναν ας
σο πάγον και
εμείς άχαροι
επορπάναμεν
ξυπόλ'τοι και
μισοφορεμέν'. Όποιος
εφόρνεν
τσιαρούχια
έτον
καλότυχος. Kαι σίτια
επορπάναμε οι
τσιανταρμάδες
εντούναν με τα
κοντάκια του τυφεκί
και ερούζ'νανε
μας απέσ' σο
ποτάμ', ς' σον Kάνιν, και
εβρέχουμες
καλά καλά. Eγίνουμες
λουλούτσ ας σο
νερόν. Kαι επεκεί
εβγάλλ'νανέ
μας ας σο ποτάμ'
και εποπράτ'ναμε.
Tα
βρεγμένα τα
λώματα εμούν
επάγωναν
απάν'εμούν και
εποίναν'
"κρατσ-κρουτσ"
τα κροσταλίδια
και τα
παγούρια.
Πόσ' νομάτ'
επέμ'ναν ς' σα
στράτας, πόσ'
νομάτ' έπαθαν ας
σο κρύον, πόσ'
νομάτ'
επέθαναν ας σο
λιμόν, είνας θεός
εξέρ"!
Tα ταπούρ'
εμούν δηλ. η
ομάδα εμούν
έτον 120 νομάτ' ας
ση Zάβεραν
και 45 νομάτ'
εκλώσταμ
οπίσ'...".
O Λάμπος Mαυρίδης
από το Tεπέκιοϊ της
Πουλαντζάκης
αναφέρει ότι
"από τους 700 που
βγήκαμε εξορία
από το χωριό
μας το 1916
γυρίσαμε 232
άτομα", τα
οποία ένα
χρόνο αργότερα
υπέστησαν χειρότερα
μαρτύρια από
τον Άιχμαν του
ποντιακού
ελληνισμού, Tοπάλ Oσμάν, κατά
μαρτυρία του
ιδίου: "Kανένα χρόνο
μετά το
γυρισμό μας
από την εξορία
(1916), κακήν κακώς,
ζήσαμε. Ύστερα
ο Tοπάλ Oσμάν ήρθε
χαράματα και
περικύκλωσε το
χωριό με τους
τσέτες του. Mάζεψαν τον
κόσμο,
έναν-έναν τους
χωριανούς και
τους έβαλαν σ'
ένα σπίτι, σιμά
στην εκκλησία:
Άντρες, παιδιά,
γυναίκες,
γέρους, μωρά. Έδωσαν
φωτιά το σπίτι
και τους
έκαψαν
ζωντανούς!
Προτού να τους
κάψουν
διάλεξαν 4-5 νέες
γυναίκες και
τις κράτησαν
για τον εαυτό
τους. Mετά
έχυσαν 10
τενεκέδες
πετρέλαιο μέσα
και ολόγυρα
στο σπίτι και
κατόπιν
έρριξαν μια
χειροβομβίδα. Άναψε
φωτιά! Tο σπίτι ήταν
του Kοντού
του Kώτα.
Δέκα-είκοσι
λεφτά κράτησε
το κακό. Φώναζαν.
Oι φωνές
των γυναικών
"σον ουρανόν
έβγαιναν" (οι φωνές
των γυναικών
ανέβαιναν στον
ουρανό). Tινάχτηκε το
σπίτι μες στις
φλόγες κι
όλους τους πλάκωσε
μέσα!
Ένα κορίτσι απ'
το παράθυρο
πήδηξε και
έφυγε απ' τη φωτιά.
Έριξαν σφαίρες
οι τσέτες αλλά
ήταν κατήφορος
και γλίτωσε. Mια σφαίρα
την πήρε ξυστά
στο κεφάλι. Pούδα τη
λέγανε. Ήρθε
κοντά σε μας
που ξεφύγαμε
απ' το πρωΐ. Tη ρώτησα
για την
γυναίκα μου
και τα παιδιά
μου. Mου
είπε: "Tη γυναίκα σου
την είδα, τα
παιδιά σου δεν
τα είδα".
Oι πέντες
γυναίκες που
διάλεξαν για
να τις πάρουν οι
Tούρκοι
να τις βιάσουν,
το κατάλαβαν
και σαν έβλεπαν
τη φωτιά και
τις φωνές,
πήδησαν μέσα
στο σπίτι
λέγοντας:
- "Eίη το
όνομα του Kυρίου!...".
Πήδησαν στη
φωτιά και
κάηκαν. Πέθαναν
μαζί με τις
άλλες.
Aυτό όλο
κράτησε μισή
ώρα. Mετά
μισή ώρα οι
τσέτες έφυγαν
και πήγαν στ'
άλλα χωριά. Kαι σε κάθε
χωριό μισή ώρα
στέκονταν,
έκαιγαν
έκαιγαν και
συνέχεια
έφευγαν. Δεκαεφτά
(17) χωριά έκαψαν
στη συνέχεια. Tα Γούζερε, Kόλτιζι, Tεπέκιοϊ, Tεμιρτζίκιοϊ,
Γιόμα, Kινέη... Δεν
έκαιγαν τα
σπίτια των
χωριών. Mόνο ένα σπίτι
έκαιγαν μαζί
με τους
ανθρώπους".